Η ιστορία διηγείται ότι πριν την ίδρυση της Χριστιανικής Εκκλησίας, ο ελληνικός πολιτισμός, μέσα απο την κυριαρχία του Μ. Αλεξάνδρου, μεταφυτεύθηκε από την Ελλάδα και εξαπλώθηκε σε όλες της ασιατικές χώρες, έτσι ώστε η ελληνική μουσική να καλλιεργήσει μουσικά μέλη για τη θεία λατρεία.
Οι πρώτες Εκκλησίες του Xριστού, από τη σύστασή τους, καθιέρωσαν, για να υμνούν και να δοξολογούν τον Θεό, εκτός από τις ευχές και τις δεήσεις, και τη Μουσική, για τη διατήρηση της απαιτούμενης ευλάβειας και προσοχής για την τέλεση της θείας λατρείας.
Στην Εκκλησία απο τους Αποστολικούς χρόνους, χρησιμοποιούσαν το μονωδικόν είδος της ψαλμωδίας, όπου όλες οι φωνές, πάντοτε έψαλαν την ίδια μελωδία.
Πρίν απο την ίδρυση της Χριστιανικής εκκλησίας δύο μέθοδοι ψαλμωδίας ήταν γνωστές, η καθαρώς φωνητική, και η φωνητική με τη συνοδεία οργάνων. Οι πατέρες όμως της Εκκλησίας εθέσπισαν, να γίνεται χρήση μόνο της φωνητικής μουσικής μέσα στην Εκκλησία και απηγόρευσαν αυστηρώς τη χρήση της οργανικής μουσικής, που είχε χαρακτήρα κοσμικό και ηδονικό.Κατά τους πρώτους Χριστιανικούς αιώνες οι ύμνοι για την ψαλμωδία της υμνολογίας της αγίας Τριάδος, του Σωτήρος Χριστού, της Θεοτόκου και των μαρτυρησάντων αγίων ανδρών για τη δόξα του Χριστού, εχρησίμευαν oι ψαλμοί της Π. Διαθήκης.
Οι πρώτοι μελωδοί και υμνογράφοι της Εκκλησίας ήταν ο Ιουστίνος ο Φιλόσοφος, ο Πολύκαρπος Σμύρνης, ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης κ.α. Η μελοποίηση κατά τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού ήταν ίδιον του ανωτάτου κλήρου, γι'αυτό και ως μελοποιοί αναφέρονται ανώτατοι ιεράρχες της Εκκλησίας.